Η ομάδα του Συλλόγου στο Facebook βρίσκεται στο https://www.facebook.com/groups/329847600482763/
Κυριακή 21 Ιουλίου 2013
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013
Σάββατο 6 Ιουλίου 2013
Ένα κειμενάκι-διαμάντι από τον N. Ρουδομέτωφ, πρόεδρο του Ιστορικού & Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας. Αξίζει να το διαβάσετε: Ο δάσκαλος Δαυίδ ή Δαυίδ ο Δάσκαλος
Ήταν Οκτώβρης
του 1944. Μόλις είχαμε απελευθερωθεί από τους Βούλγαρους με την είσοδο του 26ου
Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ. στην Καβάλα, στις 13 του Σεπτέμβρη. Τα τριάμισι χρόνια
της Βουλγαρογερμανικής κατοχής ήταν πλέον ένας φριχτός εφιάλτης που τελείωσε.
Τα ίχνη του, όμως, φαίνονταν καθαρά σε όλους τους κατοίκους της πόλης. Φτώχεια,
πείνα, έλλειψη κάθε αγαθού στην αγορά που, και αν υπήρχε, δεν υπήρχαν τα
χρήματα για να αγορασθεί. Η ανεργία ήταν καθολικό φαινόμενο και η εξαθλίωση
γενική.
Οι οργανώσεις
του ΕΑΜ, Αλληλεγγύης κλπ. προσπαθούσαν με διανομές τροφίμων στους κατοίκους να
ανακουφίσουν την κατάσταση, αλλά τα προς διανομή αγαθά ήταν ελάχιστα. Υπήρχε
τεράστια ανάγκη οργάνωσης για να καλυφθεί το κενό που άφησε ο βουλγαρικός
κρατικός μηχανισμός που είχε φύγει άρον-άρον, φροντίζοντας όμως να πάρει μαζί
του ακόμη και τις γλάστρες της οικοσκευής του.
Μια από τις
πρώτες ενέργειες της τοπικής Αυτοδιοίκησης ήταν η οργάνωση των σχολείων. Είχαν
περάσει ήδη τέσσερα χρόνια από τότε που είχαν κλείσει τα σχολεία και στο διάστημα
αυτό τα Ελληνόπουλα μαθαίναμε ελάχιστα γράμματα στο σπίτι από τους γονείς μας,
δεδομένου ότι δεν είχε μείνει πλέον κανένα ελληνικό βιβλίο ή έντυπο. Οι
Βούλγαροι, σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, απαγόρευαν, επί ποινή άμεσου
ξυλοδαρμού και την απλή ομιλία της ελληνικής γλώσσας μεταξύ Ελλήνων !!! Έτσι οι
σπουδές των παιδιών διακόπηκαν, στο επίπεδο που υπήρχαν την 28η Οκτωβρίου 1940,
όταν ο φριχτός ήχος της σειρήνας του Δημαρχείου είχε διακόψει τα μαθήματα στα
σχολεία αναγγέλλοντας την Ιταλική
επίθεση και την
έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Μετά από τέσσερα χρόνια όλα τα παιδιά είχαμε
μείνει πολύ πίσω στα γράμματα και όπως προανέφερα η αναδιοργάνωση της
εκπαίδευσης ήταν κυρίαρχο αίτημα όλων των κατοίκων και πρωτεύον μέλημα της
τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχαν δάσκαλοι. Οι περισσότεροι
είχαν καταφύγει στις γερμανοκρατούμενες περιοχές, οι οποίες τον Σεπτέμβρη του
1944 ήταν ακόμη κάτω από γερμανική κατοχή, καθώς οι Γερμανοί εξακολουθούσαν,
παρά τις ήττες τους, να κατέχουν ολόκληρη τη νότιο και βορειοδυτική Ελλάδα
μέχρι τον Στρυμόνα.
Υπήρχαν
ελάχιστοι (από τους προπολεμικούς δασκάλους) που είχαν παραμείνει στην πόλη
μας, αλλά οι περισσότεροι δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στις αρχές λόγω των αστικών
τους φρονημάτων. Η έλλειψη δασκάλων δεν αποθάρρυνε τους διοικούντες.
Αναπλήρωσαν το κενό εκ των ενόντων, με γνωστούς, φίλους κ.λπ. Κάποιοι απ’ αυτούς
είχανε τελειώσει λίγες τάξεις ή και ολόκληρο το Γυμνάσιο, άλλοι ήταν απλώς
απόφοιτοι του Δημοτικού. Όλοι όμως κλήθηκαν να υπηρετήσουν ως δάσκαλοι και κατ'
αυτόν τον τρόπο επανδρώθηκαν τα σχολεία της πόλης και των χωριών.
Το Δημοτικό
Σχολείο των Ποταμουδίων (το σημερινό 11ο Δημοτικό σχολείο) λειτουργούσε στα
τελευταία δυόμισι χρόνια της Κατοχής ως βουλγάρικο σχολείο, με Βούλγαρους
δασκάλους, για τα βουλγαρόπαιδα και από την άποψη κτιριακών εγκαταστάσεων και
εξοπλισμού ήταν από τα καλύτερα της Καβάλας. Ήταν λοιπόν και από τα πρώτα που
λειτούργησαν μετά την απελευθέρωση, στις αρχές του Οκτώβρη του 1944. Σ' αυτό το
Δημοτικό σχολείο μ’ έγραψε η μητέρα μου, μόλις άρχισαν οι εγγραφές.
Το θέαμα των
παιδιών που μαζεύτηκαν ήταν το λιγότερο άθλιο. Κακοζωισμένα από τη μπομπότα της
Κατοχής, με την πείνα να είναι φανερή στα μάτια τους, σκελετωμένα τα
περισσότερα, με μπαλωμένα ρούχα να καλύπτουν τα αδύνατα κορμάκια, με τις ψείρες
να κυκλοφορούν κατά χιλιάδες στα μπαλωμένα ρουχαλάκια, με ξύλινα χειροποίητα
παπούτσια (τσόκαρα), ή από πλεχτό σχοινί, στα πόδια, ήταν η απόλυτη εικόνα της
εξαθλίωσης. Μπήκαμε όλα τα παιδιά σε σειρές μπροστά στην πόρτα του σχολείου και
στο κεφαλόσκαλο είχαν μαζευτεί οι «δάσκαλοι» που μας κοίταζαν με απορία
διερωτώμενοι πώς θα ανταποκρίνονταν στα νέα, απροσδόκητα καθήκοντα που η μοίρα
τούς επιφύλαξε.
Μας μίλησε
κάποιος με σοβαρό ύφος, για τη λευτεριά και τη νίκη ενάντια στο φασισμό και μας
έβαλαν στις τάξεις. Η κατανομή έγινε αργότερα, σύμφωνα με την ηλικία των
παιδιών και πολύ σύντομα άρχισαν τα μαθήματα. Με κατέταξαν στην τέταρτη τάξη
του Δημοτικού διότι ήμουν ήδη 11 χρονών και όταν άρχισε ο πόλεμος στα 1940
ήμουν μαθητής της δευτέρας τάξης στο σχολείο απέναντι από το Δημαρχείο. Τα
πράγματα όμως ήταν πολύ χαλαρά, με συνεχείς ανακατατάξεις των παιδιών, διότι
υπήρχαν μερικά που στη διάρκεια της Κατοχής ήταν στη Θεσσαλονίκη και
παρακο-λουθούσαν κανονικά μαθήματα στα ελληνικά σχολεία. Αυτά τα παιδιά είχαν
προχωρήσει κανονικά, ενώ εμείς που είχαμε περάσει
την Κατοχή
εκτός σχολείου είχαμε μείνει πολύ πίσω. Ήταν λοιπόν λογικό κάποια παιδιά να
πηγαίνουν σε μεγαλύτερη τάξη και κάποια άλλα, παρ’ ότι είχαν την ίδια ηλικία με
τα πρώτα, να πηγαίνουν σε μικρότερη. Ο πρώτος «δάσκαλος» που μπήκε στην τάξη
μας ήταν ο Δαυίδ.
Στο σημείο
αυτό, θέλω να κάνω μια διευκρίνιση. Τα εισαγωγικά στη λέξη δάσκαλος τα βάζω
μόνο για να τονίσω ότι οι αυτοσχέδιοι δάσκαλοι δεν είχαν τα τυπικά προσόντα για
να φέρουν τον τίτλο χωρίς βέβαια τα εισαγωγικά. Το παιδαγωγικό τους έργο,
μερικές φορές, ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακό, ιδιαίτερα όταν είχαν το χάρισμα
εκείνο της άνετης επικοινωνίας με τα παιδιά, σε συνδυασμό με την αγάπη, τον
ήρεμο χαρακτήρα και την διάθεση να μεταφέρουν με εύκολες και κατανοητές
μεθόδους τις γνώσεις στους μαθητές τους, προσόντα που ανιχνεύονται πανεύκολα
από τα παιδιά.
Πριν από τον
πόλεμο τον δάσκαλο φυσικά τον φωνάζαμε «κύριο». Στο νέο σχολείο μάς είπαν ότι η
λέξη κύριος καταργήθηκε γιατί θυμίζει αφεντικά και ότι όλοι είμαστε σύντροφοι ή
συναγωνιστές. Γι’ αυτό έπρεπε λοιπόν να τον φωνάζουμε με την προσφώνηση
«σύντροφε δάσκαλε» ή «συναγωνιστή δάσκαλε» ή απλά «δάσκαλε». Έτσι τον δάσκαλό
μας τον Δαυίδ τον φωνάζαμε συναγωνιστή ή σύντροφε ή απλά δάσκαλε, γεγονός που
τον ξάφνιαζε και έφερνε ένα αχνό χαμόγελο στο συνήθως σοβαρό πρόσωπό του. Ήταν
ένας άνδρας περίπου 40 χρόνων, ίσως και νεότερος, σ’ εμάς όμως έμοιαζε πολύ
μεγάλος. Το καθαυτό επάγγελμά του ήταν καπνεργάτης και οι γραμματικές του
γνώσεις περιορισμένες αλλά σίγουρα πολύ περισσότερες από τις δικές μας. Είχε
ήπιο χαρακτήρα και μας φερόταν με ζεστασιά, αγάπη και κατανόηση. Το κυρίαρχο
πρόβλημα των δύσκολων καιρών ήταν το φαγητό και τα υπόλοιπα απαραίτητα σε κάθε
οικογένεια, σαπούνι, ρούχα, παπούτσια. Η ανεργία ήταν γενική και το χρήμα δεν
κυκλοφορούσε καθόλου, εκτός από ελάχιστα λέβα, δίχως αξία, υπόλοιπα της Κατοχής.
Τα άμεσα προβλήματα επισιτισμού ήταν τόσο επιτακτικά, καθώς ο κόσμος κυριολεκτικά
πεινούσε, ώστε τα μαθήματα στα σχολεία έμοιαζαν πολλές φορές σαν άκαιρη
πολυτέλεια μπροστά στις άλλες μεγάλες ανάγκες της επιβίωσης.
Το πρώτο μεγάλο
πρόβλημα που αντιμετώπισε ο δάσκαλός μας, ήταν η παντελής έλλειψη σχολικών
βιβλίων κάθε είδους. Μας είπε ότι πολύ σύντομα θα είχαμε νέα βιβλία, τα οποία
ήδη ετοιμάζονταν. Τα ελάχιστα προπολεμικά βιβλία που είχαν διασωθεί από τις
έρευνες των Βουλγάρων στα σπίτια, δεν θεωρούνταν κατάλληλα αφού σχεδόν όλα
είχαν προπαγανδιστικά συνθήματα και κείμενα της 4ης Αυγούστου. Έτσι, ο καημένος
ο δάσκαλός μας ήταν υποχρεωμένος να προσπαθεί να μας μεταφέρει γνώσεις χωρίς
σχεδόν κανένα βοήθημα. Επιστράτευε φιλότιμα όλες τις ικανότητές του, σε μια
πραγματικά συγκινητική προσπάθεια, καθώς η επιθυμία του να μας βοηθήσει ήταν
ολοφάνερη και αγωνιώδης. Πολλές φορές η προσπάθειά του τον εξουθένωνε ψυχικά,
γεγονός που εμείς τα παιδιά το αντιλαμβανόμασταν και προσπαθούσαμε να μην τον
στεναχωρούμε.
Θα αναφέρω
μερικά χαρακτηριστικά γεγονότα από το σύντομο αυτό διάστημα της μαθητείας μας,
τα οποία έμειναν ανεξίτηλα τυπωμένα στη μνήμη μας και τα οποία σκιαγραφούν τον
Δαυίδ τον δάσκαλο, αλλά και τον Δάσκαλο Δαυίδ.
Ένα από τα
πρώτα μαθήματα ήταν και η Γεωγραφία της Ελλάδας. Όπως προανέφερα βιβλία δεν
υπήρχαν. Έτσι ο δάσκαλός μας χρειαζόταν να αυτοσχεδιάζει συνεχώς. Σ’ ένα από τα
πρώτα μαθήματα, μας υπαγόρευσε και γράψαμε στα τετράδιά μας, τα μεγαλύτερα
βουνά της Ελλάδας και μας είπε ότι θα μας ρωτούσε στο επόμενο μάθημα και θα
πρέπει να τα έχουμε μάθει. Αφού γράψαμε ένα σωρό βουνά που για μας ήταν τελείως
άγνωστα, χτύπησε το κουδούνι του διαλείμματος και ετοιμάστηκε να βγει από την
τάξη. Τότε, ένας συμμαθητής μας, ο Φραγκάκης, ο οποίος μόλις είχε έλθει από τη
Θεσσαλονίκη όπου ήταν σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής και βεβαίως πήγαινε κανονικά
σχολείο, φώναξε:
-Συναγωνιστή
δάσκαλε, δεν μας είπες να γράψουμε τον… Όλυμπο !!!
Πραγματικά ο
δάσκαλός μας είχε παραλείψει να αναφέρει τον Όλυμπο όταν μας υπαγόρευε τα
ονόματα των βουνών, προφανώς γιατί το ξέχασε ή δεν το γνώριζε. Γύρισε λοιπόν,
μας κοίταξε λυπημένα και είπε αναστενάζοντας :
-Γράψτε και τον
Όλυμπο!!!
Ένα άλλο
περιστατικό απ' αυτό το σύντομο διάστημα ήταν το ακόλουθο :
Ένα πρωί ήλθε
στο σχολείο ένα κάρο με μερικά τόπια τσούλι, είδος πρόχειρου, ευτελούς
χοντροφτιαγμένου υφάσματος για καπνοδέματα. Με αυτό το ύφασμα κατασκεύαζαν και
τσουβάλια. Στα χρόνια της Κατοχής, οπόταν δεν υπήρχαν πλέον υφάσματα κανονικά,
ο κόσμος χρησιμοποιούσε τα τσούλια, όταν μπορούσε να τα βρει, για την κατασκευή
ρούχων. Η αραιή ύφανση παρείχε ελάχιστη προστασία από το κρύο και η αντοχή του
ήταν πολύ περιορισμένη. Παρ’ όλη την ακαταλληλότητά του, ακόμη κι αυτό ήταν
δυσεύρετο. Τα τόπια λοιπόν τα έστειλε η Τοπική Αυτοδιοίκηση για να διανεμηθούν
δωρεάν στους μαθητές ως ύφασμα ρούχων. Στη δική μας τη τάξη δόθηκε στον δάσκαλό
μας ένα τόπι τσούλι με την εντολή να το διανείμει σ' όσους είχαν μεγαλύτερη
ανάγκη. Η ποσότητα υφάσματος που περιείχε το τόπι ήταν μικρή, έφθανε δεν έφθανε
για δέκα μαθητές, ενώ ήμασταν στην τάξη πάνω από εξήντα παιδιά.
Ο δάσκαλός μας
βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, σε ποιον να δώσει και σε ποιον να αρνηθεί.
Αποφάσισε λοιπόν να ρωτήσει όλους μας ποιος είχε την μεγαλύτερη ανάγκη. Με το
που τέλειωσε την ερώτηση, εξήντα μικρά χεράκια σηκώθηκαν με βία φωνάζοντας:
-Εγώ δάσκαλε…
Τέλειο
αδιέξοδο. Ο Δαυίδ μας κοίταξε αμήχανος και σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε
να αποφασίσει ποιοι από τους μαθητές του είχαν τη μεγαλύτερη ανάγκη, χωρίς να
στεναχωρήσει τους υπόλοιπους. Σε μια στιγμή το πρόσωπό του φωτίστηκε από την
έμπνευση και μας αναγγέλλει θριαμβευτικά ως νέος Σολομών :
-Όσοι έχουν τα
μεγαλύτερα μπαλώματα στα παντελονάκια τους, αυτοί θα πάρουν.
Με το που
τελείωσε τη φράση του εξήντα πιτσιρικάδες βρέθηκαν πάνω στο θρανίο τους με
γυρισμένα τα οπίσθια προς τον δάσκαλο, φωνάζοντας, με τους δείκτες των χεριών
τους να στοχεύουν τον πισινό τους:
-Να, δάσκαλε
δες, εγώ έχω μεγάλο μπάλωμα…
Η σκηνή ήταν
τόσο κωμική, ώστε όλοι βάλαμε τα γέλια και σταματήσαμε να διεκδικούμε με τόση
επιμονή το τσούλι. Έτσι ο δάσκαλός μας έκανε τη διανομή χωρίς παρατράγουδα,
αφού ο ίδιος ήξερε λίγο-πολύ τους έχοντες μεγαλύτερη ανάγκη.
Έχουν περάσει
σχεδόν εβδομήντα χρόνια από το παραπάνω γεγονός και παραμένει στη μνήμη μου
ζωηρό σα να έγινε χθες. Όπως παραμένει και η ανάμνηση του δάσκαλου Δαυίδ, του
απλού ανθρώπου του λαού, που προσπάθησε με αγάπη, υπομονή και επιμονή να μας
μάθει όσα περισσότερα γράμματα μπορούσε, όχι για να δικαιολογήσει τον πενιχρό
μισθό του, αλλά γιατί ήταν ολοφάνερο ότι μας αγαπούσε πραγματικά.
Έτσι έμεινε στη
μνήμη μας. Όχι ο δάσκαλος Δαυίδ, αλλά Δαυίδ ο Δάσκαλος…
Με συγκίνηση,
τιμώντας τη μνήμη του, παραδίδω το άγνωστο, άσημο όνομά του, για την
μικροϊστορία του τόπου μας…. Δαυίδ Σμέρλας, ο Δάσκαλος, κάτοικος εν ζωή
Ποταμουδίων. Επάγγελμα καπνεργάτης.
Ένα κείμενο του Χρόνη Μίσιου για τα προπολεμικά Ποταμούδια.
ΧΡΟΝΗΣ
ΜΙΣΙΟΣ*
Απόπειρα
δολοφονίας
Ήμαστε πιτσιρικάδες στα Ποταμούδια, με εκείνη την αίσθηση ελευθερίας που μονάχα τα παιδιά των μαχαλάδων έχουν, και
θυμήθηκα τότε που αποφασίσαμε να σκοτώσουμε τον κακομοίρη το δάσκαλό μας.
Είμαστε ξανά μέσα στην τάξη και ψάλλουμε τον νέο εθνικό μας ύμνο: «Γιατίιι χαίρεεεται ο κόσμος και χαμογελάει
πατέραααα…». Ο δάσκαλος, με κλειστά τα μάτια, γεμάτος εθνική έξαρση, κουνά
τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας μάταια να δώσει ρυθμό τις φωνές
μας. Μια απότομη χειρονομία, και το τραγούδι, με μερικά ακόμα ξεφωνητά δεξιά
αριστερά, σταμάτησε. Ο δάσκαλος έφκιαξε τη γραβάτα του, τράβηξε τα μανίκια του,
δεξί ζερβί προς τα κάτω, έβαλε τα χέρια στο στήθος και μας λέει, παιδιά μου,
έχω να σας αναγγείλω μίαν ευχάριστον είδησιν. Αύριο θα έρθει στην πόλη μας η
Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Ελλήνων, και σύσσωμον το σχολείο μας θα πάει
να τον υποδεχθεί. Η αμφίεσις θα είναι η εξής: μαύρα παπούτσια, άσπρες κάλτσες,
μπλε παντελόνι και άσπρο μπλουζάκι. Τα κορίτσια μαύρα παπούτσια, άσπρες
κάλτσες, άσπρο φουστανάκι και μπλέ κορδέλα.
Φύγαμε
πανευτυχείς, που λένε. Κείνο που κρατήσαμε, ήταν πως θα βλέπαμε το βασιλιά την
άλλη μέρα. Πάμε σπίτι σφεντόνα. Ούτε αλητεία, ούτε τίποτα. Λέμε, έτσι κι έτσι.
Ό,τι είχανε οι μανάδες μας μας το φόρεσαν. Όλος ο μαχαλάς ήτανε καπνεργάτες,
άντε τώρα να ταιριάξεις στολή… Τέλος, πρωί πρωί, κάτω από έναν λαμπρό
ανοιξιάτικο ήλιο παρατάσσεται ένα σχολείο πλυμένο, πεντακάθαρο, αλλά από αμφίεση;
μ’ όλα τα χρώματα του κόσμου. Ο δάσκαλος, μόλις μας είδε, κόντεψε να του’ ρθει
κόλπος. Το μάτι του γύρισε ανάποδα. Αγρίεψε, άφρισε και έβγαλε μια κραυγή,
υποθέτω κάτι σαν «σαμποτάζ», ήταν βλέπεις και οργανωτής της Ε.Ο.Ν. του Μεταξά
και παντού έβλεπε ανατρεπτικές ενέργειες… Μόλις συνήρθε, ορμάει μέσα στις
σειρές και αρχίζει να μας πετάει έξω από τη γραμμή. Τελικά μείνανε καμιά
δεκαριά πιτσιρίκια όλα κι όλα. Τα βάλανε μαζί με τις άλλες τάξεις που
ξεδιάλεξαν, εμάς μας έβαλαν χωριστά. Σε λίγο ήρθε ο διευθυντής και μας λέει,
παιδιά, εσείς δε θα έρθετε μαζί μας στην παρέλαση, διότι δεν έχετε την
κατάλληλον αμφίεσιν. Θα μας περιμένετε εδώ μέχρι να επιστρέψουμε. Μαύρισε η
καρδιά μας. Τι ήταν αυτή η «αμφίεση», δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, κι ούτε κανένας
μπορούσε να μας εξηγήσει. Το κλάμα, πήγε σύννεφο, εμείς, με τον Παυλάρα αρχηγό –
ήταν δύο τρία χρόνια στην πρώτη, και το κεφάλι του ήταν γεμάτο καρούμπαλα από
το τακούνι της κυρά Εφταλίας – μαζευτήκαμε σε μια γωνία κι αφού μέρωσε το
κλάμα, λέει ο Παυλάρας: Ρε σεις, λέω να παίξουμε τα σκλαβάκια, κι άμα γυρίσουνε...
Έτσι, το ρίξαμε στο παιχνίδι. Όταν
κουραστήκαμε, κόντευε πια με μεσημέρι, αράξαμε στα παραπέτα της γέφυρας σα
χελιδόνια στα σύρματα και περιμέναμε. Κάποια ώρα, φάνηκαν να’ ρχονται με το κουλουράκι
στο χέρι και χαμόγελα ευτυχίας και περηφάνιας. Ε, και τότε έγινε… Θρήνος και οδυρμός.
Δεν έμεινε παντελονάκι, πουκαμισάκι, κορδελίτσα… Τρέξαν οι μεγάλοι από τα γύρω
μαγαζιά να τα γλιτώσουν, οπισθοχωρούμε και αρχίζουμε τον πετροπόλεμο, σπάσαμε
κεφάλια, τζάμια… Το βράδυ, σαν σκόλασαν οι άνθρωποι από τα καπνομάγαζα, ο μαχαλάς
ήταν ανάστατος. Οι πιο πολλοί πάντως μας έδωσαν δίκιο. Την άλλη μέρα, πάμε
σχολείο – το θυμάσαι, μωρέ το σχολειό μας; Ήτανε δίπατο, ωραίο, με μεγάλα
παράθυρα, εμείς ήμαστε στο κάτω πάτωμα, δύο μέτρα περίπου ύψος από τη γη.
Τέλος, μπαίνει ο δάσκαλος μ’ ένα μάτσο βέργες από λυγαριά, κλειδώνει την πόρτα,
διαλέγει μια χοντρή βέργα, τη ζυγιάζει στο χέρι του, τη λυγάει, απολαμβάνει τη
στιγμή, που λένε, κι αφού μας κοιτάει καλά καλά, φωνάζει: Παυλάρας… Ο Παυλάρας,
μόνιμος κάτοικος του τελευταίου θρανίου, σηκώνεται. Έλα δω. Προχωράει λοξά
λοξά, σαν τον κάβουρα το ’να μάτι στο δάσκαλο, τ’ άλλο στο παράθυρο. Μόλις
πλησιάζει το δάσκαλο, η λυγαριά μ’ ένα φοβερό σφύριγμα σκάει στα πόδια του.
Ταυτόχρονα ο δάσκαλος κάνει να τον αρπάξει απ’ το γιακά. Ο Παυλάρας δίνει ένα
σάλτο, καβαλάει το παράθυρο, και παρ’ τον κάτω. Το ίδιο κάνουμε και οι
υπόλοιποι. Πηδάμε και τρέχουμε. Ανταμώνουμε στον Κουλέ, λίγο πιο κάτω από το
σανατόριο, εκεί ήταν το μόνιμο στέκι μας. Μόλις μαζευτήκαμε και οι τέσσερις,
λέει ο Παυλάρας, να ορκιστούμε. Λέμε, γιατί; Λέει, να ορκιστούμε και θα σας πω.
Βγάζει ένα κομματάκι ξυράφι, μας χαράζει τις ρώγες απ’ τα δάχτυλα. Ανακατέψαμε
τα αίματά μας, γίναμε αδέλφια – κάθε φορά που ήτανε να κάνουμε καμιά γερή
κλεψιά, δηλαδή να κλέψουμε κανα καναρίνι από την κυρά-Κωνσταντινιά, ή να κάνουμε
ντου στο βυσσινόκηπο του Αμερικάνου, ο Παυλάρας έτσι μας όρκιζε – αφού
ορκιστήκαμε, μας λέει: Θα σκοτώσουμε το δάσκαλο! Μείναμε. Τέλος, κάποιος
ρώτησε: και πώς θα γίνει;
Ο δάσκαλος ήταν,
να πούμε, ρολόι Ελβετίας, ή γάιδαρος σε μαγγανοπήγαδο. Κάθε μέρα, την ίδια ώρα,
με τις ίδιες κινήσεις, ακολουθούσε το ίδιο δρομολόγιο κι από την ίδια ακριβώς
μεριά του δρόμου. Λέει λοιπόν ο Παυλάρας, θ’ ανεβούμε δυο στα κεραμίδια της
κυρα-Ελπινίκης, κι άλλοι δυο απ’ την άλλη μεριά, στα κεραμίδια του Κολοκύθα
– ήταν στη στροφή ακριβώς, εκεί όπου το
καλντερίμι ανηφοριζε και οι στέγες της κυρα-Ελπινίκης και του Κολοκύθα σχεδόν
ενώνονταν πάνω απ’ το δρόμο. Εν τω μεταξύ, όπως ήταν αμφιθεατρικά χτισμένος ο
μαχαλάς, απ’ την πίσω μεριά των σπιτιών οι στέγες ήταν σχεδόν ίσαμε το έδαφος.
Μεσημέρι, σκαρφαλώνουμε ανά δύο στις στέγες, εφοδιασμένοι με κοτρώνες,
σερνόμαστε ως την άκρη της στέγης και φερμάρουμε το δρόμο. Σε λίγο, να ο
δάσκαλος που ανηφορίζει για το σπίτι του… Ο δάσκαλος, όπως θα θυμάσαι, δεν είχε
τρίχα στο κεφάλι, η φαλάκρα του γυάλιζε σαν κολοκύθα. Θυμάμαι τώρα ότι το
πρόβλημά μου δεν ήταν πώς θα σκοτώναμε το δάσκαλο, αλλά πώς θα ρίχναμε τις
πέτρες πάνω σ’ αυτό το γυαλιστερό κεφάλι. Αν είχε τουλάχιστο μαλλιά, αν φορούσε
καπέλο… Τέλος, είχαμε ορκιστεί. Φτάνει ο δάσκαλος από κάτω μας, πετάμε τις
πέτρες, κάποια απ’ όλες τον βρίσκει κατακέφαλα, παρ’ τον κάτω. Από αυλή σε αυλή
εμείς, στο δασάκι του Κουλέ. Καθίσαμε, παίξαμε, και το βραδάκι, λίγο πριν
βασιλέψει ο ήλιος, κατηφορίζουμε για το μαχαλά. Ένας μαχαλάς ανάστατος. Μόλις
μας βλέπουν οι μανάδες μας, πέφτουν απάνω μας: πού ήσαστε, βρε κοπρόσκυλα, πού
γυρίζετε, για ελάτε εδώ και τα τέτοια. Εμείς, πού να πλησιάσουμε! Στεκόμαστε
από μακριά. Εν τω μεταξύ, βλέπουμε μια ασυνήθιστη κίνηση. Χωροφύλακες με στολή,
οι χαφιέδες με πολιτικά μπαινοβγαίνουν στα σπίτια του μαχαλά. Τι έγινε; Όταν
βρήκαν το δάσκαλο με σπασμένο το κεφάλι, χάλασε ο κόσμος. Ο δάσκαλος, όπως σου
είπα, ήταν και οργανωτής της Ε.Ο.Ν. Θεωρήθηκε λοιπόν απόπειρα δολοφονίας
στελέχους της δικτατορίας, πλάκωσε η ασφάλεια και χτένιζε όλο το μαχαλά. Ο μαχαλάς
όμως ήταν στέκι και κρυψώνα πολλών παράνομων κομμουνιστών που γλίτωσαν από τη
δικτατορία του Μεταξά. Έγινε χαμός. Να πηδούν οι παράνομοι από κεραμίδι σε
κεραμίδι και από αυλή σε αυλή. Τέλος, έγινε και ζημιά, τσακώσανε κάμποσους όπως
μπουκάρανε ξαφνικά. Ήταν, να πούμε, κεραυνός εν αιθρία. Στο σπίτι μου, εκείνο
τον καιρό, κρύβονταν δύο μέλη του Μακεδονικού Γραφείου. Ευτυχώς, γλιτώσανε. Έπιασαν
όμως το γέρο μου και πολλούς άλλους. Θρήνος. Εμείς τσιμουδιά, τον κοριό. Δεν
ήτανε τόσο ο όρκος, όσο ο φόβος για τη ζημιά που έγινε. Από τότε, βάλαμε τέρμα
στο σχολείο. Για μένα ήρθε πιο βολικά, μιας και, αφού πιάσανε το γέρο μου,
έπρεπε και κάποιος άλλος να δουλέψει εκτός από τη μάνα. Όταν καταλάγιασαν τα
πράματα – αυτά τα’ μαθα μετά, όταν μεγάλωσα – τα στελέχη του Γραφείου που
διασώθηκαν, άρχισαν να ψάχνουν να δουν
τι έγινε, δηλαδή ποιοι αποπειράθηκαν να σκοτώσουν το δάσκαλο. Ύστερα από πολλή
σκέψη, κατέληξαν πως ήταν προβοκάτσια των τροτσκιστών. Μια ζωή, ό,τι συνέβαινε
έξω από το πεντάγραμμο, το φορτώναμε στους τροτσκιστές… Όμως ο γιατρός, που
ήταν και επικεφαλής, ένας πολύ καλός άνθρωπος που έμενε σπίτι μας – γλίτωσε κι
αυτός, τον σκότωσαν όμως αργότερα οι Βούλγαροι το ’42 στο Στρυμόνα – έξυπνος
και φίνος, όπως σου’ λεγα, δεν του’ βγαινε το συμπέρασμα: προβοκάτσια =
τροτσκιστές. Κι ένα βράδυ, μόλις γύρισα από τη δουλειά, δούλευα τότε σ’ ένα
φούρνο για μια φραντζόλα ψωμί την μέρα, με φώναξε στην κάμαρά του. Εγώ είπα πως
θα’ θελε να πάω πάλι κανα δεματάκι πουθενά (πότε πότε κουβάλαγα κάτι τέτοια δεματάκια,
στη ζούλα, όπως μας είχανε ψήσει). Τέλος, λέω κάτι τέτοιο θα θέλει. Μόλις
μπαίνω μέσα, μου λέει, καλώς τον, τι γίνεται; Λέω, καλά. Μου λέει, πώς πάει η
δουλειά; Εγώ, καλά, αλλά λίγο κρύα, κάποιο στήσιμο μου μύρισε η κουβέντα.
Ψυλλιάστηκε την κρυαμάρα μου και μου λέει, ξέρεις τι θέλω να σε ρωτήσω; Και
πριν προλάβω να πω όχι, μου λέει, μήπως μάθατε τίποτα για το ποιος χτύπησε το
δάσκαλό σας; Ε, λέω, καλά… Τι «καλά»; Ξέρεις; Ε, λέω, ξέρω, Ποιος; Είμαι
ορκισμένος, δε λέω. Βρε αμάν, βρε ζαμάν, τίποτα εγώ. Τέλος, με πιάνει με τα
λιμά, με όρκους και τα τέτοια, ώσπου το ξεφουρνίζω. Και γιατί τον χτυπήσατε;
Γι’ αυτό και γι’ αυτό. Έβαλε κάτι γέλια, μέχρι που του’ ρθαν δάκρυα στα μάτια.
Εντάξει, μου λέει, ο όρκος όρκος, είσαι τσίφτης, τσάκω κι ένα δίφραγκο. Τ’
άρπαξα στον αέρα. Έτσι τελείωσε αυτή η ιστορία.
* Ο Χρόνης Μίσιος είναι συγγραφέας. Ζει στην Αθήνα.
Το κείμενο είναι απόσπασμα-προσαρμογή από το βιβλίο του «…καλά, εσύ σκοτώθηκες
νωρίς», εκδ. «Γράμματα», Αθήνα 1985
Παλιά Ποταμούδια - Φωτογραφίες από μια άλλη εποχή
![]() |
Τα Ποταμούδια πριν την κατασκευή του σχολείου (Αρχείο Ν. Ρουδομέτωφ) |
![]() |
Η συνοικία στα τέλη της δεκαετίας του'30 (Αρχείο Γιώργου Στρατή) |
![]() |
| Κατοχή. Η σύζυγος του Βούλγαρου «δημάρχου» μοιράζει φαγώσιμα στα παιδιά στην είσοδο του σχολείου. (Αρχείο Δημοτικού Μουσείου Καβάλας) |
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)





