Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Ένα κείμενο του Χρόνη Μίσιου για τα προπολεμικά Ποταμούδια.

ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΙΟΣ*

Απόπειρα δολοφονίας

Ήμαστε πιτσιρικάδες στα Ποταμούδια, με εκείνη την αίσθηση ελευθερίας που μονάχα τα παιδιά των μαχαλάδων έχουν, και θυμήθηκα τότε που αποφασίσαμε να σκοτώσουμε τον κακομοίρη το δάσκαλό μας. Είμαστε ξανά μέσα στην τάξη και ψάλλουμε τον νέο εθνικό μας ύμνο: «Γιατίιι χαίρεεεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέραααα…». Ο δάσκαλος, με κλειστά τα μάτια, γεμάτος εθνική έξαρση, κουνά τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας μάταια να δώσει ρυθμό τις φωνές μας. Μια απότομη χειρονομία, και το τραγούδι, με μερικά ακόμα ξεφωνητά δεξιά αριστερά, σταμάτησε. Ο δάσκαλος έφκιαξε τη γραβάτα του, τράβηξε τα μανίκια του, δεξί ζερβί προς τα κάτω, έβαλε τα χέρια στο στήθος και μας λέει, παιδιά μου, έχω να σας αναγγείλω μίαν ευχάριστον είδησιν. Αύριο θα έρθει στην πόλη μας η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Ελλήνων, και σύσσωμον το σχολείο μας θα πάει να τον υποδεχθεί. Η αμφίεσις θα είναι η εξής: μαύρα παπούτσια, άσπρες κάλτσες, μπλε παντελόνι και άσπρο μπλουζάκι. Τα κορίτσια μαύρα παπούτσια, άσπρες κάλτσες, άσπρο φουστανάκι και μπλέ κορδέλα.
Φύγαμε πανευτυχείς, που λένε. Κείνο που κρατήσαμε, ήταν πως θα βλέπαμε το βασιλιά την άλλη μέρα. Πάμε σπίτι σφεντόνα. Ούτε αλητεία, ούτε τίποτα. Λέμε, έτσι κι έτσι. Ό,τι είχανε οι μανάδες μας μας το φόρεσαν. Όλος ο μαχαλάς ήτανε καπνεργάτες, άντε τώρα να ταιριάξεις στολή… Τέλος, πρωί πρωί, κάτω από έναν λαμπρό ανοιξιάτικο ήλιο παρατάσσεται ένα σχολείο πλυμένο, πεντακάθαρο, αλλά από αμφίεση; μ’ όλα τα χρώματα του κόσμου. Ο δάσκαλος, μόλις μας είδε, κόντεψε να του’ ρθει κόλπος. Το μάτι του γύρισε ανάποδα. Αγρίεψε, άφρισε και έβγαλε μια κραυγή, υποθέτω κάτι σαν «σαμποτάζ», ήταν βλέπεις και οργανωτής της Ε.Ο.Ν. του Μεταξά και παντού έβλεπε ανατρεπτικές ενέργειες… Μόλις συνήρθε, ορμάει μέσα στις σειρές και αρχίζει να μας πετάει έξω από τη γραμμή. Τελικά μείνανε καμιά δεκαριά πιτσιρίκια όλα κι όλα. Τα βάλανε μαζί με τις άλλες τάξεις που ξεδιάλεξαν, εμάς μας έβαλαν χωριστά. Σε λίγο ήρθε ο διευθυντής και μας λέει, παιδιά, εσείς δε θα έρθετε μαζί μας στην παρέλαση, διότι δεν έχετε την κατάλληλον αμφίεσιν. Θα μας περιμένετε εδώ μέχρι να επιστρέψουμε. Μαύρισε η καρδιά μας. Τι ήταν αυτή η «αμφίεση», δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, κι ούτε κανένας μπορούσε να μας εξηγήσει. Το κλάμα, πήγε σύννεφο, εμείς, με τον Παυλάρα αρχηγό – ήταν δύο τρία χρόνια στην πρώτη, και το κεφάλι του ήταν γεμάτο καρούμπαλα από το τακούνι της κυρά Εφταλίας – μαζευτήκαμε σε μια γωνία κι αφού μέρωσε το κλάμα, λέει ο Παυλάρας: Ρε σεις, λέω να παίξουμε τα σκλαβάκια, κι άμα γυρίσουνε...
 Έτσι, το ρίξαμε στο παιχνίδι. Όταν κουραστήκαμε, κόντευε πια με μεσημέρι, αράξαμε στα παραπέτα της γέφυρας σα χελιδόνια στα σύρματα και περιμέναμε. Κάποια ώρα, φάνηκαν να’ ρχονται με το κουλουράκι στο χέρι και χαμόγελα ευτυχίας και περηφάνιας. Ε, και τότε έγινε… Θρήνος και οδυρμός. Δεν έμεινε παντελονάκι, πουκαμισάκι, κορδελίτσα… Τρέξαν οι μεγάλοι από τα γύρω μαγαζιά να τα γλιτώσουν, οπισθοχωρούμε και αρχίζουμε τον πετροπόλεμο, σπάσαμε κεφάλια, τζάμια… Το βράδυ, σαν σκόλασαν οι άνθρωποι από τα καπνομάγαζα, ο μαχαλάς ήταν ανάστατος. Οι πιο πολλοί πάντως μας έδωσαν δίκιο. Την άλλη μέρα, πάμε σχολείο – το θυμάσαι, μωρέ το σχολειό μας; Ήτανε δίπατο, ωραίο, με μεγάλα παράθυρα, εμείς ήμαστε στο κάτω πάτωμα, δύο μέτρα περίπου ύψος από τη γη. Τέλος, μπαίνει ο δάσκαλος μ’ ένα μάτσο βέργες από λυγαριά, κλειδώνει την πόρτα, διαλέγει μια χοντρή βέργα, τη ζυγιάζει στο χέρι του, τη λυγάει, απολαμβάνει τη στιγμή, που λένε, κι αφού μας κοιτάει καλά καλά, φωνάζει: Παυλάρας… Ο Παυλάρας, μόνιμος κάτοικος του τελευταίου θρανίου, σηκώνεται. Έλα δω. Προχωράει λοξά λοξά, σαν τον κάβουρα το ’να μάτι στο δάσκαλο, τ’ άλλο στο παράθυρο. Μόλις πλησιάζει το δάσκαλο, η λυγαριά μ’ ένα φοβερό σφύριγμα σκάει στα πόδια του. Ταυτόχρονα ο δάσκαλος κάνει να τον αρπάξει απ’ το γιακά. Ο Παυλάρας δίνει ένα σάλτο, καβαλάει το παράθυρο, και παρ’ τον κάτω. Το ίδιο κάνουμε και οι υπόλοιποι. Πηδάμε και τρέχουμε. Ανταμώνουμε στον Κουλέ, λίγο πιο κάτω από το σανατόριο, εκεί ήταν το μόνιμο στέκι μας. Μόλις μαζευτήκαμε και οι τέσσερις, λέει ο Παυλάρας, να ορκιστούμε. Λέμε, γιατί; Λέει, να ορκιστούμε και θα σας πω. Βγάζει ένα κομματάκι ξυράφι, μας χαράζει τις ρώγες απ’ τα δάχτυλα. Ανακατέψαμε τα αίματά μας, γίναμε αδέλφια – κάθε φορά που ήτανε να κάνουμε καμιά γερή κλεψιά, δηλαδή να κλέψουμε κανα καναρίνι από την κυρά-Κωνσταντινιά, ή να κάνουμε ντου στο βυσσινόκηπο του Αμερικάνου, ο Παυλάρας έτσι μας όρκιζε – αφού ορκιστήκαμε, μας λέει: Θα σκοτώσουμε το δάσκαλο! Μείναμε. Τέλος, κάποιος ρώτησε: και πώς θα γίνει;
Ο δάσκαλος ήταν, να πούμε, ρολόι Ελβετίας, ή γάιδαρος σε μαγγανοπήγαδο. Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, με τις ίδιες κινήσεις, ακολουθούσε το ίδιο δρομολόγιο κι από την ίδια ακριβώς μεριά του δρόμου. Λέει λοιπόν ο Παυλάρας, θ’ ανεβούμε δυο στα κεραμίδια της κυρα-Ελπινίκης, κι άλλοι δυο απ’ την άλλη μεριά, στα κεραμίδια του Κολοκύθα –  ήταν στη στροφή ακριβώς, εκεί όπου το καλντερίμι ανηφοριζε και οι στέγες της κυρα-Ελπινίκης και του Κολοκύθα σχεδόν ενώνονταν πάνω απ’ το δρόμο. Εν τω μεταξύ, όπως ήταν αμφιθεατρικά χτισμένος ο μαχαλάς, απ’ την πίσω μεριά των σπιτιών οι στέγες ήταν σχεδόν ίσαμε το έδαφος. Μεσημέρι, σκαρφαλώνουμε ανά δύο στις στέγες, εφοδιασμένοι με κοτρώνες, σερνόμαστε ως την άκρη της στέγης και φερμάρουμε το δρόμο. Σε λίγο, να ο δάσκαλος που ανηφορίζει για το σπίτι του… Ο δάσκαλος, όπως θα θυμάσαι, δεν είχε τρίχα στο κεφάλι, η φαλάκρα του γυάλιζε σαν κολοκύθα. Θυμάμαι τώρα ότι το πρόβλημά μου δεν ήταν πώς θα σκοτώναμε το δάσκαλο, αλλά πώς θα ρίχναμε τις πέτρες πάνω σ’ αυτό το γυαλιστερό κεφάλι. Αν είχε τουλάχιστο μαλλιά, αν φορούσε καπέλο… Τέλος, είχαμε ορκιστεί. Φτάνει ο δάσκαλος από κάτω μας, πετάμε τις πέτρες, κάποια απ’ όλες τον βρίσκει κατακέφαλα, παρ’ τον κάτω. Από αυλή σε αυλή εμείς, στο δασάκι του Κουλέ. Καθίσαμε, παίξαμε, και το βραδάκι, λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος, κατηφορίζουμε για το μαχαλά. Ένας μαχαλάς ανάστατος. Μόλις μας βλέπουν οι μανάδες μας, πέφτουν απάνω μας: πού ήσαστε, βρε κοπρόσκυλα, πού γυρίζετε, για ελάτε εδώ και τα τέτοια. Εμείς, πού να πλησιάσουμε! Στεκόμαστε από μακριά. Εν τω μεταξύ, βλέπουμε μια ασυνήθιστη κίνηση. Χωροφύλακες με στολή, οι χαφιέδες με πολιτικά μπαινοβγαίνουν στα σπίτια του μαχαλά. Τι έγινε; Όταν βρήκαν το δάσκαλο με σπασμένο το κεφάλι, χάλασε ο κόσμος. Ο δάσκαλος, όπως σου είπα, ήταν και οργανωτής της Ε.Ο.Ν. Θεωρήθηκε λοιπόν απόπειρα δολοφονίας στελέχους της δικτατορίας, πλάκωσε η ασφάλεια και χτένιζε όλο το μαχαλά. Ο μαχαλάς όμως ήταν στέκι και κρυψώνα πολλών παράνομων κομμουνιστών που γλίτωσαν από τη δικτατορία του Μεταξά. Έγινε χαμός. Να πηδούν οι παράνομοι από κεραμίδι σε κεραμίδι και από αυλή σε αυλή. Τέλος, έγινε και ζημιά, τσακώσανε κάμποσους όπως μπουκάρανε ξαφνικά. Ήταν, να πούμε, κεραυνός εν αιθρία. Στο σπίτι μου, εκείνο τον καιρό, κρύβονταν δύο μέλη του Μακεδονικού Γραφείου. Ευτυχώς, γλιτώσανε. Έπιασαν όμως το γέρο μου και πολλούς άλλους. Θρήνος. Εμείς τσιμουδιά, τον κοριό. Δεν ήτανε τόσο ο όρκος, όσο ο φόβος για τη ζημιά που έγινε. Από τότε, βάλαμε τέρμα στο σχολείο. Για μένα ήρθε πιο βολικά, μιας και, αφού πιάσανε το γέρο μου, έπρεπε και κάποιος άλλος να δουλέψει εκτός από τη μάνα. Όταν καταλάγιασαν τα πράματα – αυτά τα’ μαθα μετά, όταν μεγάλωσα – τα στελέχη του Γραφείου που διασώθηκαν, άρχισαν  να ψάχνουν να δουν τι έγινε, δηλαδή ποιοι αποπειράθηκαν να σκοτώσουν το δάσκαλο. Ύστερα από πολλή σκέψη, κατέληξαν πως ήταν προβοκάτσια των τροτσκιστών. Μια ζωή, ό,τι συνέβαινε έξω από το πεντάγραμμο, το φορτώναμε στους τροτσκιστές… Όμως ο γιατρός, που ήταν και επικεφαλής, ένας πολύ καλός άνθρωπος που έμενε σπίτι μας – γλίτωσε κι αυτός, τον σκότωσαν όμως αργότερα οι Βούλγαροι το ’42 στο Στρυμόνα – έξυπνος και φίνος, όπως σου’ λεγα, δεν του’ βγαινε το συμπέρασμα: προβοκάτσια = τροτσκιστές. Κι ένα βράδυ, μόλις γύρισα από τη δουλειά, δούλευα τότε σ’ ένα φούρνο για μια φραντζόλα ψωμί την μέρα, με φώναξε στην κάμαρά του. Εγώ είπα πως θα’ θελε να πάω πάλι κανα δεματάκι πουθενά (πότε πότε κουβάλαγα κάτι τέτοια δεματάκια, στη ζούλα, όπως μας είχανε ψήσει). Τέλος, λέω κάτι τέτοιο θα θέλει. Μόλις μπαίνω μέσα, μου λέει, καλώς τον, τι γίνεται; Λέω, καλά. Μου λέει, πώς πάει η δουλειά; Εγώ, καλά, αλλά λίγο κρύα, κάποιο στήσιμο μου μύρισε η κουβέντα. Ψυλλιάστηκε την κρυαμάρα μου και μου λέει, ξέρεις τι θέλω να σε ρωτήσω; Και πριν προλάβω να πω όχι, μου λέει, μήπως μάθατε τίποτα για το ποιος χτύπησε το δάσκαλό σας; Ε, λέω, καλά… Τι «καλά»; Ξέρεις; Ε, λέω, ξέρω, Ποιος; Είμαι ορκισμένος, δε λέω. Βρε αμάν, βρε ζαμάν, τίποτα εγώ. Τέλος, με πιάνει με τα λιμά, με όρκους και τα τέτοια, ώσπου το ξεφουρνίζω. Και γιατί τον χτυπήσατε; Γι’ αυτό και γι’ αυτό. Έβαλε κάτι γέλια, μέχρι που του’ ρθαν δάκρυα στα μάτια. Εντάξει, μου λέει, ο όρκος όρκος, είσαι τσίφτης, τσάκω κι ένα δίφραγκο. Τ’ άρπαξα στον αέρα. Έτσι τελείωσε αυτή η ιστορία.



*  Ο Χρόνης Μίσιος είναι συγγραφέας. Ζει στην Αθήνα. Το κείμενο είναι απόσπασμα-προσαρμογή από το βιβλίο του «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», εκδ. «Γράμματα», Αθήνα 1985

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου